Unit 3.1

Compound Nouns

Nouns

Τα nouns αναφέρονται σε ένα άτομο, μέρος, πράγμα, γεγονός, περιεχόμενο ή ιδιότητα.
Ένα  compound noun σχηματίζεται με την ένωση άλλων ουσιαστικών. ε

EXTRA: compound noun = σύνθετο ουσιαστικό.

Ένα compound noun είναι ένα ουσιαστικό που σχηματίζεται από δύο ή περισσότερες υπαρκτές λέξεις, οι οποίες συνδυάζονται για να σχηματίσουν ένα ολοκαίνουριο ουσιαστικό.
Παρακάτω μπορείτε να διαβάσετε τα πιο συνηθισμένα compound noun:

Part 1 Part 2 Compound Noun
air port airport
black board blackboard
cheese cake cheesecake
ear ring earring
fire man fireman
foot ball football
girl friend girlfriend
tea spoon teaspoon
wall paper wallpaper
  • I am waiting for you at the airport.
  • A blackboard is a board often used in schools.
  • You need a ball to play football.

Κάθε μέρος από ένα compound noun έχει την δική του σημασία. Το αποτέλεσμα από τον συνδυασμό των δύο μερών είναι μία καινούρια λέξη με δικό της νόημα.

Ένα compound noun είναι ένα ουσιαστικό στο οποίο δύο ή περισσότερες υπαρκτές λέξεις και συνδυάζονται για να δημιουργηθεί μία καινούρια λέξη.

Συνδυάζοντας δύο ή περισσότερες λέξεις με ξεχωριστό νόημα η καθεμία, η νέα λέξη θα έχει αποκλειστικά δικό της νόημα.

airport, blackboard, cheesecake, earring, fireman, football, girlfriend, teaspoon, wallpaper

Για παράδειμα:
Βed (= μέρος ξεκούρασης/κρεβάτι) + room (= μέρος χώρου περικυκλωμένο με τοίχους) = Βedroom (= δωμάτιο με ένα κρεβάτι για ξεκούραση).

Ας μελετήσουμε ξανά το περιεχόμενο του [Form]. Ρίξτε μια ματιά στο τμήμα [Example] που δείχνει την χρήση του μέσα σε ένα πλαίσιο.

License

English Grammar A1 Level for Greek speakers Copyright © 2018 by books4languages. All Rights Reserved.

Share This Book